Πέμπτη, 30 Ιουνίου 2011

"ΜΕ ΧΑΜΟΓΕΛΑ ΚΑΙ ΠΟΛΛΗ ΥΠΕΡΗΦΑΝΙΑ, ΜΟΙΡΑΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΡΗΣΙΑ"

Δημοσίευμα της "Ευβοϊκής Γνώμης" (Παρασκευή, 1 Ιουλίου 2011)

*Βλ. και site "Ευβοϊκής Γνώμης": Εύσημα στην "Παρρησία...


Το κατά γενική ομολογία εκπληκτικό 16ο τεύχος μας, έβγαλε τα έξοδά του. Σας ευχαριστούμε θερμά για την υποστήριξη!

Δευτέρα, 27 Ιουνίου 2011

ΒΑΡΑΝΕ ΣΤΟ ΨΑΧΝΟ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΩΝ ΨΑΧΝΩΝ (άρθρο της "Ελευθεροτυπίας" για την "Παρρησία")

.
Βαράνε στο ψαχνό τα παιδιά των Ψαχνών
Για την «Παρρησία», το θαυμάσιο περιοδικό που εκδίδουν οι μαθητές και μαθήτριες του γυμνασίου Ψαχνών (Εύβοια) με συντονιστή τον καθηγητή τους Δ. Μπαρσάκη, σας έχω ξαναγράψει. Θα γράψω και σήμερα, διότι το νέο τεύχος (υπ' αριθμόν 16) που μου έστειλαν τα παιδιά είναι ακόμα πιο ενδιαφέρον απ' τα προηγούμενα: Διαβάζεται όλο!

Μια επί τροχάδην παρουσίαση των θεμάτων του:

* Μεγάλο αφιέρωμα στον μεγάλο μάστορα του βιολιού, Αλέκο Αραπάκη, που γεννήθηκε και έζησε στα Ψαχνά (καταγωγή από τη Σούρπη, του Αλμυρού του Βόλου).

* Επίσκεψη και ρεπορτάζ στη Μάνικα, κοντά στη Χαλκίδα, που υπήρξε το μεγαλύτερο κέντρο οργανωμένης κατοίκησης στην Ευρώπη, κατά την 3η χιλιετία π.Χ. Περιγράφονται οι προσπάθειες των αρχαιολόγων Χρήστου Τσούντα (1904), Γιώργου Παπαβασιλείου (1906), Δημ. Θεοχάρη (1955), Αδαμάντιου Σάμψων (1982) και, τέλος, της Εφης Σαπουνά-Σακελλαράκη (1986) να αναδείξουν τα ευρήματα των ανασκαφών, αλλά και η σημερινή εγκατάλειψη και καταστροφή του αρχαιολογικού χώρου.

* Αποκλειστική συνέντευξη του Διονύση Σαββόπουλου, όπου ο σπουδαίος τραγουδοποιός μιλάει για όλα - ακόμα και για το τραγούδι.

* Περίπατος και αποκαλύψεις στο Φαράγγι της Αγάλης (στη Δίρφη), όπου εκτός απ' τη μαγεία της άγριας φύσης αναδεικνύεται και μια περίεργη υπόθεση με οσμή οικονομικού σκανδάλου.

* Συνέντευξη με τη Μόνικα, εκπρόσωπο της νέας γενιάς του ελληνικού τραγουδιού που, παράλληλα με τις σπουδές της στο Μαθηματικό της Αθήνας, κάνει δειλά βήματα στη μουσική σκηνή.

Και άλλα πολλά. Μπράβο, ρε παιδιά, πάντα τέτοια. Και πάντα με ωραία ελληνικά, με σφιχτά κείμενα, χωρίς χαριτωμενιές, μπουρδολογίες και διάφορα «δήθεν». 

(Π. Διαμαντής)
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΊΑ, Δευτέρα 27 Ιουνίου 2011

Παρασκευή, 10 Ιουνίου 2011

ΑΠΟΛΑΥΣΤΕ ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ 16ο ΤΕΥΧΟΣ ΔΩΡΕΑΝ

ΠΑΡΡΗΣΙΑ (τεύχος 16, Μάιος 2011)

DOWNLOAD

Τετάρτη, 8 Ιουνίου 2011

ΑΛΕΚΟΣ ΑΡΑΠΑΚΗΣ

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΜΕΓΑΛΟ ΜΑΣΤΟΡΑ ΤΟΥ ΒΙΟΛΙΟΥ


Συνεργάστηκαν
Μαρία Πριόνα (έρευνα-κείμενα)
Ιωάννα Κανάρια (απομαγνητοφώνηση συνεντεύξεων)
Δημήτρης Μπαρσάκης (έρευνα-κείμενα-επιμέλεια)

Συμμετείχαν
Σοφία Αγουρίδα, Ευδοξία Βασιλείου, Ιωάννα Καλογήρου, Ιωάννα Τσίρη, Νίκος Ρουσόδημος

(Φωτ. αρχείο οικογένειας Παύλου-Αραπάκη)

ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΠΡΙΝ ΑΠΟ 90 ΧΡΟΝΙΑ ΣΤΑ ΨΑΧΝΑ ΚΑΙ Η ΦΗΜΗ ΤΟΥ ΕΦΤΑΣΕ ΣΤΑ ΠΕΡΑΤΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
Παλιότερα, όταν δεν υπήρχε ακόμη η τηλεόραση και το ραδιόφωνο, μόνο οι κορυφαίοι από τους παραδοσιακούς τραγουδιστές και οργανοπαίχτες ήταν δυνατό να ξεπεράσουν τα στενά τοπικά τους όρια και από στόμα σε στόμα να ακουστεί ευρύτερα το όνομά τους. Ένας απ' αυτούς ήταν ο βιολιτζής Αλέκος Αραπάκης από τα Ψαχνά, που χάρη στο σπάνιο ταλέντο του έγινε από μικρή ηλικία γνωστός, παίζοντας σε γιορτές και πανηγύρια της ελληνικής επαρχίας.

Αργότερα βέβαια, όταν παράλληλα με τη δισκογραφία εξελίχθηκε το ραδιόφωνο και έφτασε η τηλεόραση σ' όλα τα σπίτια, η φήμη του Αραπάκη εξαπλώθηκε τόσο που ξεπέρασε και τα σύνορα της χώρας μας. Κι όμως, όλο και λιγότεροι και μοιραία μεγάλης ηλικίας άνθρωποι είναι αυτοί που τον θυμούνται και λίγοι, επίσης, είναι σε θέση σήμερα να εκτιμήσουν την τεράστια προσφορά του στην ελληνική παραδοσιακή μουσική.

Κι ενώ έχουν περάσει πέντε χρόνια αφότου ο Αλέκος Αραπάκης έφυγε απ' τη ζωή, μόνο ένα προγενέστερο, σχετικά πρόχειρο και με σημαντικές ανακρίβειες βιογραφικό του κυκλοφορεί (και ανακυκλώνεται) στο διαδίκτυο, όπως επίσης ένα και μοναδικό άρθρο που είχε δημοσιευθεί στην "Ελευθεροτυπία" λίγες ημέρες μετά το θάνατό του - ας είναι καλά ο μουσικολόγος Γιώργος Παπαδάκης.

Στην προκειμένη περίπτωση, αυτό το μεγάλο και άδικο κενό επιχειρούμε να καλύψουμε, συγκεντρώνοντας και αξιολογώντας όλα τα ευρισκόμενα στοιχεία και παράλληλα αντλώντας άγνωστες έως τώρα πληροφορίες μέσα από συνεντεύξεις και μαρτυρίες του φιλικού, καλλιτεχνικού, οικογενειακού και συγγενικού περιβάλλοντος του αείμνηστου Αλέκου Αραπάκη.

Για την πολύτιμη βοήθειά τους σε τούτο το εγχείρημα, ευχαριστούμε θερμά τον στενό του φίλο κ. Αλέκο Καραχάλιο και τον οικογενειακό του φίλο κ. Ανέστη Μπαρσάκη από τα Ψαχνά, τον κ. Φώτη Βέττα από την Καστέλλα, τον αδελφό του, κ. Δημήτρη Παύλου-Αραπάκη, τον γιο του, κ. Βασίλη Παύλου, την ανιψιά του και πρώην βουλευτή, κ. Δήμητρα Αράπογλου, τον μεγάλο ερμηνευτή του Δημοτικού μας τραγουδιού και επί δεκαετίες συνεργάτη του, κ. Χρόνη Αηδονίδη, τον μουσικολόγο κ. Γιώργο Παπαδάκη και οπωσδήποτε τη σύζυγο και τις αδελφές του για τη διάθεση ορισμένων σπάνιων φωτογραφιών που πρώτη φορά βλέπουν το φως της δημοσιότητας.


Η ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ
Ο Αλέξανδρος Παύλου ή Αραπάκης, όπως ακριβώς αναγραφόταν το όνομά του στο δελτίο της αστυνομικής του ταυτότητας, ανήκε στην πέμπτη γενιά μιας οικογένειας παραδοσιακών μουσικών με καταγωγή από τη Σούρπη του Αλμυρού Βόλου. Το πραγματικό του επώνυμο ήταν Παύλου, αλλά στον κόσμο ήταν γνωστός με το παρωνύμιο Αραπάκης, το οποίο κληρονόμησε από τον πατέρα του και οφειλόταν προφανώς στο μελαψό τους χρώμα.

Πατέρας του ήταν o επίσης ξακουστός βιολιτζής Γιώργος Παύλου-Αραπάκης, που έφυγε από τη Σούρπη σε ηλικία 18 χρονών και ο δρόμος του τον έφερε στα Ψαχνά της Εύβοιας. Εκεί παντρεύτηκε με τη Βασιλική Ντάβου γύρω στα 1915, με την οποία απέκτησαν επτά παιδιά, τέσσερα κορίτσια και τρία αγόρια. Το τέταρτο κατά σειρά παιδί ήταν ο Αλέκος, που γεννήθηκε το 1921.

Το μουσικό ταλέντο του Αλέκου Αραπάκη εκδηλώθηκε από πολύ νωρίς. Πριν καλά-καλά πάει στο Δημοτικό σχολείο, έπαιζε μαντολίνο, αλλά πολύ σύντομα άφησε το μαντολίνο κι έπιασε το βιολί, ακολουθώντας τα βήματα του πατέρα και του παππού του, που ήταν και οι δάσκαλοί του. Τελειώνοντας το Δημοτικό, ήταν κιόλας ένας επαγγελματίας βιολιτζής και τον καλούσαν να παίζει σε γάμους και πανηγύρια με διάφορες μουσικές κομπανίες.

Ο πατέρας του  Αλέκου, Γιώργος Παύλου-Αραπάκης, παίζοντας με το βιολί του σε μαγαζί της εποχής (αρχείο οικογένειας Παύλου-Αραπάκη).

Η εξέλιξή του υπήρξε εντυπωσιακή και, πριν ακόμη κλείσει την τρίτη δεκαετία της ζωής του, το όνομά του συγκαταλεγόταν ανάμεσα στα ονόματα των δημοφιλών οργανοπαιχτών της εποχής. Την περίοδο αυτή και συγκεκριμένα το 1948, έχοντας φτάσει σε ηλικία 27 ετών, παντρεύτηκε τη Ζαχαρού Μποϊντά από την Αμάρυνθο (Βάθια) της Εύβοιας και μετοίκησε από τα Ψαχνά στο χωριό της γυναίκας του. Καρπός του γάμου του ήταν οι δύο γιοι του, ο Γιώργος και ο Βασίλης.

Αφού έζησε στην Αμάρυνθο για 13 χρόνια κι η φήμη του όλο μεγάλωνε, αποφάσισε το 1961 να εγκατασταθεί οικογενειακώς στην Αθήνα, μένοντας αρχικά στο Κουκάκι και από το 1963 μόνιμα στο Χαϊδάρι. Στην Αθήνα έπαιζε πλέον στα γνωστά μεγάλα μαγαζιά της εποχής και συνεργάστηκε με τα πιο σημαντικά ονόματα της παραδοσιακής μουσικής.

Το χάρισμά του να αφομοιώνει ταχύτατα και να ερμηνεύει με μοναδική άνεση όλους ανεξαιρέτως τους μουσικούς σκοπούς από κάθε γωνιά της Ελλάδας, τον έκανε περιζήτητο. Από το 1970 έως το 1976, ήταν υπεύθυνος ορχήστρας και πρώτο βιολί στο ονομαστό Θέατρο παραδοσιακών Χορών της Νέλλης Δημόγλου. Ιδιαίτερα δημιουργική ήταν στη συνέχεια η επί σειρά πολλών ετών συνεργασία του με τη Δόμνα Σαμίου, την οποία συνόδευε και στη δισκογραφία και σε πλήθος συναυλιών εντός και εκτός Ελλάδας.

Πραγματοποίησε περιοδείες σε τουλάχιστον 20 κράτη και μάλιστα κατ' επανάληψη στα πιο πολλά από αυτά. Παράλληλα, συμμετείχε συνολικά σε περισσότερες από 1500 εκπομπές της κρατικής ραδιοφωνίας και τηλεόρασης και έχει ηχογραφήσει περισσότερα από 2000 τραγούδια. Αξίζει, επίσης, να αναφερθεί ότι είχε παίξει τόσο στο Ηρώδειο όσο και στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Ενδεικτικό της μεγάλης του αναγνώρισης είναι και το γεγονός ότι προσκλήθηκε να παίξει μαζί με τον θρυλικό βιολιστή Γιεχούντι Μενουχίν σε μια διαφημιστική ηχογράφηση στη Γαλλία.

Ο Αλέκος Αραπάκης δεν άφησε στιγμή το αγαπημένο του βιολί έως το τέλος της ζωής του. Απεβίωσε στις 12 Ιανουαρίου 2006 στην Αθήνα, σε ηλικία 85 ετών.


Αλέκος Αραπάκης:
"ΑΝ ΜΟΥ ΠΑΡΕΤΕ ΤΟ ΒΙΟΛΙ, ΘΑ ΜΕ ΔΕΙΤΕ ΜΕ ΜΠΑΣΤΟΥΝΙ!"

Προσκεκλημένος ο Αλέκος Αραπάκης το 1999 (σε ηλικία 78 χρονών τότε) στην εκπομπή της ΕΤ1 ''Συν και Πλην'' και απαντώντας σε ερωτήσεις της παρουσιάστριας (Λένας Αρώνη), αναφέρθηκε σε διάφορα θέματα της ζωής και της τέχνης του. Από την εκπομπή αυτή, απομονώσαμε και δημοσιεύουμε εδώ κάποια χαρακτηριστικά του λόγια:

Για τις ρίζες του
"Από την κούνια μου άκουγα όλο βιολιά, κλαρίνα, σαντούρια, φλογέρες και νταούλια… Ο πατέρας μου ήταν από τους καλύτερους βιολιτζήδες της εποχής του. Και από της παλαιότερης εποχής, ήταν ο παππούς μου, ο Μπάρμπα-Θανάσης".

Για τις συναυλίες στο εξωτερικό
"Μας καλούνε διάφοροι σύλλογοι σε Αμερική, σε Αυστραλία, σε Καναδά… και μας ακριβοπληρώνουνε, γιατί διψάνε για το ελληνικό τραγούδι. Μας παίρνουν και στα σπίτια τους, μας λέει ο καθένας ότι απόψε θα έρθετε να σας κάνω το τραπέζι εγώ και θα σας φιλοξενήσω στο σπίτι μου. Την άλλη μέρα ο άλλος, την άλλη ο άλλος, δεν ξέρουμε που να πρωτοπάμε. Τόση αγάπη… μέχρι που μας ξεπροβοδίζουνε στο αεροδρόμιο".

Για τη σχέση του με το βιολί
"Τσακώνομαι και με την σύζυγό μου και με τα παιδιά μου που μου λένε: Τι θέλεις και πας και παίζεις; Γιατί πας και παίζεις; Έχεις ανάγκη από χρήματα; Κι εγώ τους λέω ότι αν μου πάρετε το βιολί, μετά από μία εβδομάδα θα με δείτε με μπαστούνι, γέρο!".


ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΦΙΛΩΝ, ΣΥΓΓΕΝΩΝ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΩΝ

ΜΕΓΑΛΩΣΕ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΣΚΛΗΡΗ ΔΟΥΛΕΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΑ ΓΛΕΝΤΙΑ
Κάπου στα τέλη της δεκαετίας του '30 μας ταξίδεψε ο δικηγόρος κ. Ανέστης Μπαρσάκης από τα Ψαχνά, που μας έδωσε πολύ ενδιαφέρουσες πληροφορίες για την οικογένεια και τις συνθήκες όπου έζησε τα παιδικά και νεανικά του χρόνια ο Αλέκος Αραπάκης. Ας τον ακούσουμε:

"Με την οικογένεια του Αλέκου είχαμε πολύ στενές σχέσεις. Ο πατέρας μου, ο Δημήτριος Μπαρσάκης ή Μητσέας, είχε στενή φιλία με τον Γιώργο Παύλου-Αραπάκη. Εκτός αυτού, ο πατέρας μου του είχε βαφτίσει και μία από τις κόρες του, τη Σταματούλα, ενώ τον Αλέκο τον είχε βαφτίσει ένας κοινός μας οικογενειακός φίλος, ο Σπύρος Τζαβάρας. Επτά παιδιά είχε ο Γιώργος Αραπάκης, που κατά σειρά γέννησης ήταν ο Θανάσης, η Ελένη, η Βούλα, ο Αλέκος, η Φρόσω, ο Δημήτρης και η Σταματούλα. Έμεναν κοντά στο ναό του Αγίου Νικολάου, στο στενάκι που σήμερα είναι η οδός Ανδρούτσου και ήταν πολύ αγαπημένοι, πολύ δεμένοι σαν οικογένεια, έβγαζαν μεταξύ τους μια μεγάλη αλληλεγγύη. Ήταν και πάρα πολύ προκομμένοι άνθρωποι.

Σε αγροτικές δουλειές πήγαιναν και δούλευαν, αλλά παρά τη σκληρή δουλειά, παρά το μόχθο και την τόση κούραση, έβρισκαν πάντα τον καιρό και τη διάθεση να διασκεδάζουν. Τη γλεντούσαν και τη χαιρόντουσαν τη ζωή τους κι ας ήταν δύσκολα τα πράγματα. Για να καταλάβετε, μια κότα μπορεί να είχαν μαγειρέψει κι έκαναν γλέντι που βάσταγε μέχρι και δυο και τρεις ημέρες. Θυμάμαι και κάποιες φορές που έσμιγαν στο σπίτι μας και με έστελναν να πάω να ζητήσω το βιολί από την κυρα-Βασιλική. Το έφερνα τρέχοντας κι άρχιζε το γλέντι. Ο πατέρας, ο Γιώργος Αραπάκης, ήταν ένας βιρτουόζος βιολιστής, σε μάγευε το παίξιμό του. Και τον διαδέχτηκε ο Αλέκος, που έχοντας ένα τέτοιο δάσκαλο από μικρός, αλλά και χάρη στο μεγάλο, το έμφυτο ταλέντο του, ήταν επόμενο να ανέβει πολύ ψηλά και πολύ γρήγορα μάλιστα ".

ΤΟΝ ΑΓΑΠΟΥΣΑΝ ΚΑΙ ΤΟΝ ΘΑΥΜΑΖΑΝ ΟΛΟΙ ΣΤΑ ΨΑΧΝΑ
Ως μουσικός, ο Αλέκος Αραπάκης, ήδη από την αρχή της καριέρας του στα Ψαχνά, είχε κερδίσει το θαυμασμό όλων των συγχωριανών του. Ως άνθρωπος, επίσης, ήταν σε όλους αγαπητός, κι όλοι μιλούσαν και μιλάνε με τα καλύτερα λόγια για το σεμνό, φιλικό και καλοδιάθετο χαρακτήρα του.

Συζητήσαμε με τον Ψαχνιώτη καλό του φίλο και κουμπάρο του, κ. Αλέκο Καραχάλιο, ο οποίος ήταν περίπου συνομήλικός του κι έζησαν πολλά μαζί, όσο ο Αλέκος Αραπάκης έμενε στα Ψαχνά. Αλλά και αργότερα, μας είπε, όταν ο Αλέκος παντρεύτηκε κι έμεινε στην Αμάρυνθο, πάντα γύριζε στους φίλους του στα Ψαχνά και δεν έλειπε από κανένα μεγάλο πανηγύρι της περιοχής. Και την Αμάρυνθο, βέβαια, την είχε μέσα στην καρδιά του και η επιθυμία του μάλιστα ήταν, άμα φτάσει το τέλος του, να τον θάψουν εκεί, στο χωριό της αγαπημένης του γυναίκας, όπως κι έγινε.

Ο κ. Φώτης Βέττας, ο οποίος ζει στη γειτονική Καστέλλα, μπορεί να μην ανήκε στο χώρο των στενών φίλων του Αλέκου Αραπάκη, αλλά αντιπροσωπεύει όλο εκείνο το πλήθος των ντόπιων θαυμαστών του, που δεν έχαναν ευκαιρία να τον ακούσουν να παίζει στα πανηγύρια των Ψαχνών και των γύρω χωριών.

Όπως μας είπε, εκτός από τη μοναδική μαστοριά του στο βιολί, του είχε κάνει μεγάλη εντύπωση και το πόσο φιλικός και καλοσυνάτος άνθρωπος ήταν. Ανέφερε συγκεκριμένα ότι στα πανηγύρια ο Αραπάκης έβγαζε μια αληθινή χαρά από μέσα του, κι ήταν φανερό ότι αυτή τη χαρά τού την έδινε η επικοινωνία του με τον κόσμο. Και μάλιστα, επειδή υπήρχε και αρκετή φτώχια, συνήθιζε να κερνάει τις παρέες που καταλάβαινε πως ήταν φτωχαδάκια, κι ας μην τους ήξερε.

ΗΤΑΝ ΕΝΑΣ ΑΨΟΓΟΣ ΜΟΥΣΙΚΟΣ
Ο κ. Δημήτρης Παύλου-Αραπάκης, ο μικρότερος αδελφός του Αλέκου, ο οποίος είναι και έξοχος κιθαρίστας, μας μίλησε για την εκτίμηση που έτρεφε στον αδελφό του και τη βαθιά αγάπη που υπήρχε μεταξύ τους:
Ο Αλέκος Αραπάκης (αριστερά) και δίπλα του ο αδελφός του Δημήτρης, σε μια σκηνή από την τηλεοπτική σειρά "Το μινόρε της αυγής" (1983-4), όπου έπαιζαν μαζί με τη Δόμνα Σαμίου.

"Ήμαστε πολύ αγαπημένοι, πολύ δεμένα όλα τα αδέλφια και συναντιόμασταν πολύ συχνά εδώ στην Αθήνα. Εγώ ήμουν πιο μικρός από τον Αλέκο και μου είχε μεγάλη αδυναμία. Αμέτρητες φορές με είχε πάρει μαζί του, να τον συνοδεύω με την κιθάρα μου. Πάντα τον καμάρωνα! Θεωρώ πως ήταν
άριστος, ένας άψογος μουσικός!".

Η ΣΤΕΡΝΗ ΤΟΥ ΔΟΞΑΡΙΑ ΗΤΑΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ
Ο κ. Βασίλης Παύλου, γιος του Αλέκου Αραπάκη, μας είπε για ένα συγκινητικό, τρυφερό γεγονός που συνέβη λίγο πριν κλείσει τα μάτια του ο πατέρας του:
"Όταν ήταν στα τελευταία του, ζήτησε το βιολί κι έπαιξε τότε βουρκωμένος το Σ' αγαπώ γιατί είσαι ωραία, που το αφιέρωσε στη γυναίκα του, τη μάνα μου".
Πληροφορηθήκαμε ακόμη από το γιο του Αλέκου Αραπάκη ότι ο πατέρας του σαν δάσκαλος είχε πολλούς μαθητές, αλλά είχε κι ένα μαθητή που δεν του έπαιρνε ποτέ δίδακτρα. Αντίθετα, ο ίδιος τον πλήρωνε κάθε φορά που του έκανε μάθημα στο βιολί. Ήταν βλέπεις ο εγγονός του, ο Αλέξανδρος.

ΕΔΙΝΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΤΟΥ ΟΤΑΝ ΕΠΑΙΖΕ
Ανιψιά του Αλέκου Αραπάκη (κόρη της αδελφής του Βούλας), είναι η πρώην βουλευτής κ. Δήμητρα Αράπογλου, η οποία μοιράστηκε μαζί μας τις αναμνήσεις που έχει από τον θείο της:

"Από πολύ μικρή χαιρόμουν να τον βλέπω να παίζει βιολί, και ας μην άκουγα - είμαι κωφή βλέπετε. Έδινε όλη του την ψυχή όταν έπαιζε, ήταν αληθινά ένας μεγάλος καλλιτέχνης και η σχέση του με το βιολί, αυτό το πάθος του, παρέμεινε ίδιο έως το τέλος, αναλλοίωτο από το χρόνο.

Ο Αλέκος Αραπάκης έπαιξε βιολί όταν γεννήθηκα, έπαιξε στον αρραβώνα μου, στο γάμο μου, αλλά και σε τόσα άλλα γλέντια μας και θα τον θυμάμαι έτσι, μια ζωή με το αγαπημένο του βιολί. Μια ζωή έδινε στον κόσμο την ομορφιά της τέχνης του, είχε γνήσια καλλιτεχνική φλέβα, που δεν βρίσκουμε στις μέρες μας. Είναι πολύ κρίμα που δεν υπάρχει τώρα συνέχεια αυτής της γενιάς των μεγάλων βιολιστών, όπως ήταν κι ο παππούς, ο Γιώργος Παύλου-Αραπάκης, που τον θυμάμαι κι αυτόν, αν και όχι πολύ καλά. Ήμουν μόνο 7 χρονών τότε που πέθανε ο παππούς, το 1965 περίπου.

Θα πρέπει ακόμα να αναφέρω και τη μεγάλη εκτίμηση που είχε ο κόσμος στα Ψαχνά και για τον παππού και για τον θείο. Αλλά κι ο θείος Αλέκος έτρεφε πάντα μια μεγάλη αγάπη για το χωριό που γεννήθηκε. Τα Ψαχνά τα είχε πάντα στο μυαλό και στην καρδιά του!".


Χρόνης Αηδονίδης:
"ΑΦΗΣΕ ΤΗ ΣΦΡΑΓΙΔΑ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ"
Όσον αφορά στην προσωπικότητα και την τέχνη του Αλέκου Αραπάκη, είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικά τα όσα μας είπε ο κορυφαίος ερμηνευτής του Δημοτικού μας τραγουδιού, κ. Χρόνης Αηδονίδης, ο οποίος είχε συνεργαστεί μαζί του για τέσσερις ολόκληρες δεκαετίες:

"Ο Αλέκος υπήρξε από τους πρώτους συνεργάτες μου στην Αθήνα, λίγο μετά το 1960. Ήταν ένας άνθρωπος εξαιρετικός, με μεγάλη συνέπεια και ήθος, πολύ φιλότιμος και εργατικός, πάντα καλόβολος και γελαστός. Θυμάμαι, επίσης, με πόση υπομονή και πόση κατανόηση συμβούλευε τους νέους μουσικούς και πόση αγάπη είχαν κι αυτοί για τον Μπαρμπα-Αλέκο, όπως τον αποκαλούσαν. Εκτός από αυτά, όμως, διέθετε και χιούμορ. Ήταν συχνοί οι καλοκάγαθοι αστεϊσμοί του, κι όταν κάποιος νεαρός αργούσε ας πούμε στην πρόβα, δεν τον μάλωνε, αλλά του έλεγε τάχα σοβαρά: Α, εσύ ήρθες λίγο αργά, για να φύγεις και λιγάκι νωρίς! Και κάτι που δεν ξέρουν πολλοί είναι ότι ήταν και πολύ καλός τραγουδιστής. Τραγούδαγε, όμως, μόνο στις πρόβες και στα γλέντια, όχι παραέξω.

Στη δουλειά του ήταν υπόδειγμα, είχε τεράστια υπομονή και επιμονή. Ειδικά στα χορευτικά, ήταν περιζήτητος, γιατί εκεί είναι αυξημένες οι απαιτήσεις. Ελάχιστα βιολιά μπορούσαν να ανταπεξέλθουν και κάποια πολύ μεγάλα ονόματα απέφευγαν τα χορευτικά, γιατί δυσκολεύονταν. Εγώ προτιμούσα απ' όλους τον Αλέκο, γιατί είχε προσόντα που δεν είχαν οι άλλοι και εκτός από καλός μουσικός ήταν και σωστός στις πρόβες του. Πρώτος ερχόταν στις πρόβες και τελευταίος έφευγε.

Θα ήθελα να σταθώ και σε μια, κατά τη γνώμη μου, πολύ μεγάλη στιγμή, ένα σταθμό στην πορεία μας, θα έλεγα. Ήταν όταν κάναμε την πρώτη ανατολή της χιλιετίας στο ναό του Ποσειδώνα, στο Σούνιο. Τον θυμάμαι να παίζει στο πλάι μου, ανάμεσα στους αρχαίους κίονες, φορώντας το καβουράκι του. Και την ώρα που ερμηνεύαμε το 'Βασίλεψεν αυγερινός, γλυκοχαράζει η μέρα', εκείνη τη στιγμή έβγαινε κι ο ήλιος μέσα από το Αιγαίο. Αυτή η συναυλία κινηματογραφήθηκε σε σκηνοθεσία του Παντελή Βούλγαρη και αναμεταδόθηκε σε όλο τον κόσμο. Πολλές οι συγκινήσεις που ζήσαμε παρέα με τον Αλέκο…

Τελικά, το γεγονός είναι ότι ο Αλέκος Αραπάκης άφησε εποχή στο χώρο της παραδοσιακής μουσικής, άφησε τη σφραγίδα του. Και δίκαια είχε προβληθεί περισσότερο από πολλούς άλλους από την κρατική τηλεόραση και το ραδιόφωνο επί τόσα χρόνια. Θα έπρεπε όμως να κάνει κάτι και η τοπική αυτοδιοίκηση εκεί στα Ψαχνά, για να τον τιμήσει. Θα μπορούσε να βγάλει έστω κάποιο έντυπο γι' αυτόν, να μάθει ο κόσμος ποιος ήταν ο Αλέκος Αραπάκης".


Γιώργος Παπαδάκης:
"Η ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΥ ΧΡΩΣΤΑΕΙ ΠΟΛΛΑ"
Ο διαπρεπής μουσικολόγος, συνθέτης και ερευνητής της παραδοσιακής μουσικής, κ. Γιώργος Παπαδάκης, έζησε από κοντά για αρκετά χρόνια τον Αλέκο Αραπάκη, τον οποίο εκτιμούσε απεριόριστα, τόσο ως μουσικό όσο και ως άνθρωπο. Πέντε ημέρες μετά το θάνατο του Αλέκου Αραπάκη, ο κ. Παπαδάκης δημοσίευσε στην εφημερίδα "Ελευθεροτυπία" (17-1-2006) ένα εξαιρετικό άρθρο του με τίτλο "Αντίο σ' έναν μάστορα του παραδοσιακού βιολιού", μέσα από το οποίο αντιλαμβάνεται κανείς, εκτός των άλλων, και το μέγεθος της προσφοράς του Αλέκου Αραπάκη στη μουσική μας παράδοση. Το κείμενο αυτό, μας διέθεσε ευγενικά ο κ. Παπαδάκης και το δημοσιεύουμε αυτούσιο (έχοντας μόνο αφαιρέσει από την πρώτη παράγραφο μερικά γνωστά βιογραφικά στοιχεία):

"Ο παλαίμαχος και φημισμένος εκπρόσωπος της τέχνης του παραδοσιακού βιολιού, Αλέκος Αραπάκης, ανήκε σε μια γενιά εμπειροτεχνών μουσικών που έδρασαν μέσα σε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες σχετικά με την κατάκτηση και την άσκηση της τέχνης τους (…).

Οι βιογραφικές ωστόσο αναφορές πιστεύω ότι δεν είναι το μόνο που θα έπρεπε να αναφέρουμε τιμώντας τη μνήμη του. Ας μου επιτραπεί με την ευκαιρία αυτή να εντάξω τον μουσικό Αλέκο Αραπάκη σε ένα άλλο (σημαντικότερο κατά τη γνώμη μου) πλαίσιο εντός του οποίου διακρίνεται νομίζω καλύτερα και αποτιμάται δικαιότερα η αξία του. Πιστεύω δηλαδή πως ο Αλέκος Αραπάκης είναι ένας από τους τεχνίτες εκείνους στους οποίους η Ελλάδα χρωστάει πολλά. Δεν είναι μάλιστα υπερβολή να πω ότι για το μέγεθος και την ποιότητα της οφειλής αυτής η πατρίς δεν έχει, δυστυχώς ακόμα, την πρέπουσα ιδέα.

Τον συνάντησα πριν από αρκετά χρόνια μελετώντας τους φορείς της μουσικής παράδοσης, τους τεχνίτες των οργάνων που κρατούσαν στα χέρια τους και την ψυχή τους το νήμα που συνδέει το παρόν με το παρελθόν. Η συνεργασία μας, εντός και εκτός των επαγγελματικών πλαισίων, υπήρξε μια από τις γονιμότερες, μπορώ να πω, σχετικά με τις δικές μου τουλάχιστον αναζητήσεις. Η γνώση του, η εμπειρία του, η αυθεντικότητά του και κυρίως η προθυμία και η διαθεσιμότητά του στάθηκαν τόσο για μένα όσο και για πολλούς συνεργάτες του (νέους κυρίως) πολύτιμος οδηγός και δεξαμενή γνώσης σε ένα αντικείμενο εξαιρετικά σκοτεινό και δυσπρόσιτο.

Τα έργα της παραδοσιακής μουσικής ουδέποτε υπήρξαν αντικείμενα μουσειακά, όπως είναι για παράδειγμα ένα αρχαίο ανάγλυφο, ένας αμφορέας ή ο Παρθενώνας. Η καλλιτεχνική αξία των μουσειακών αντικειμένων αφορά και αναφέρεται σε μια «στιγμιαία» εικόνα της κοινωνίας, ενώ τα αντικείμενα των μουσικών τεχνών βρίσκονται σε διαρκή μεταβολή αφού πάντοτε υλοποιούνται από ζωντανούς ανθρώπους που ζουν και εκφράζουν την εποχή τους. Η μουσική παράδοση του τόπου μας, όπως μας την παρουσιάζουν οι προικισμένοι φορείς και τεχνίτες της, κρατώντας το νήμα της συνέχειας, αποτελεί ωστόσο μέρος του σημερινού και ζωντανού και όχι του απελθόντος λαϊκού πολιτισμού.

Η γενιά του Αλέκου Αραπάκη έχει ένα μοναδικό προνόμιο έναντι όλων των άλλων (και εκείνων που προηγήθηκαν και εκείνων που ακολούθησαν): είναι η πρώτη που είχε την ευκαιρία να καταγράψει την τέχνη της σε ηχογραφήσεις (κι έτσι να διασωθεί για πάντα) και η τελευταία που πέρασε τα δεινά μιας δύσκολης και επίπονης μαθητείας. Για τον λόγο αυτό, κάθε μουσικός της γενιάς αυτής είναι μοναδικός. Ένας από αυτούς τους λίγους ήταν και ο κύριος Αλέκος. Για τον λόγο αυτό, θα έλεγα πως κάθε λεπτομέρεια του παιξίματός του (που πλέον θα το ακούμε μόνο από ηχογραφήσεις), κάθε παλαιό κομμάτι που έχει καταγράψει, κάθε πληροφορία ή σχόλιο που έχει αφήσει κληρονομιά στους μαθητές του, αποτελεί ένα πολύτιμο υλικό. Εκείνο το σπουδαίο που είχε και έχει να μας πει δεν αφορά τον τύπο ή το γράμμα της παράδοσης, αλλά τον τρόπο που περνούσε αυτός ο τύπος, μέσα από τον εαυτό του ως μέλος μιας κοινότητας και ταυτόχρονα προικισμένος εκφραστής του κοινού της πνεύματος.

- Κύριε Αλέκο ή όπως έλεγαν πολλοί νεότεροι: «Μπαρμπα-Αλέκο», καλό ταξίδι".


ΓΙΑ ΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΛΕΚΟΥ ΑΡΑΠΑΚΗ
Είναι εύλογη η παρατήρηση και πρόταση του κ. Χρόνη Αηδονίδη σχετικά με το χρέος του Δήμου να εκδώσει ένα έντυπο για τον Αλέκο Αραπάκη. Δεν μένει, λοιπόν, παρά να μας ζητηθεί το ήδη επεξεργασμένο υλικό τούτου του αφιερώματος και θα το διαθέσουμε ευχαρίστως, για να γίνει μια αυτόνομη έκδοσή του. Εκτός αυτού, όμως, θα μπορούσε και άλλα να κάνει η τοπική αυτοδιοίκηση για τη μνήμη του Αλέκου Αραπάκη, από ονοματοθεσία σε οδό ή άλλο δημόσιο χώρο έως και προτομή ή ακόμη και διοργάνωση ετήσιων εκδηλώσεων παραδοσιακής μουσικής στα Ψαχνά και ίσως ενός Φεστιβάλ με το όνομά του.
"Παρρησία"

[Τεύχος 16, Μάιος 2011]


Κυριακή, 5 Ιουνίου 2011

ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΗΣ ΜΟΝΙΚΑ ΣΤΗΝ "ΠΑΡΡΗΣΙΑ"

"Χαράζω το δικό μου δρόμο, αποφεύγοντας τις συγκρίσεις"


Στα 25 της χρόνια σήμερα, η Μόνικα Χριστοδούλου, θεωρείται κορυφαίο όνομα της αγγλόφωνης ελληνικής μουσικής σκηνής. Άρχισε τις μουσικές σπουδές της σε μικρή ηλικία και ήδη από τα μαθητικά της χρόνια συμμετείχε σε συναυλίες. Στη συνέχεια και παράλληλα με τις σπουδές της στο Μαθηματικό τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών, η ανοδική πορεία της στο μουσικό στερέωμα ήταν αλματώδης.

To 2008 κυκλοφόρησε από την Archangel Music ο πρώτος δίσκος της ("Avatar") και το 2010 ο δεύτερος ("Exit"), με εντυπωσιακή επιτυχία και οι δύο. Οι ζωντανές εμφανίσεις της ακολουθούν η μία την άλλη και κάθε συναυλία της πλέον αποτελεί μεγάλο καλλιτεχνικό γεγονός.

Ερμηνεύτρια με φωνή πολύ ξεχωριστή και γνήσιο folk-rock ύφος, γράφει η ίδια τους στίχους και τη μουσική των τραγουδιών της, ενώ παίζει κιθάρα, πιάνο, σαξόφωνο και ακορντεόν. Το πηγαίο ταλέντο, η αυθεντικότητα, η ποιότητα και ιδιαιτερότητα της δουλειάς της ανοίγουν ένα νέο δρόμο στα ελληνικά μουσικά δεδομένα και, όπως όλα δείχνουν, είναι μάλλον ζήτημα χρόνου και η διεθνής πορεία της.
(Δ.Μ.)

Στη συνέντευξη
Ιωάννα Κανάρια, Μαρία Πριόνα, Κατερίνα Μαχαίρα, Ελευθερία Λαγού, Θεοφίλη Κρητικού, Παναγιώτα Λαφαζάνη, Δημήτρης Μπαρσάκης (συντονιστής).


- Αγαπητή μας Μόνικα, κατ' αρχάς ας μας πείτε αν προτιμάτε να σας μιλάμε στον πληθυντικό ή στον ενικό.

- Εννοείται, στον ενικό.

- Στον ενικό λοιπόν… Θα μπορούσες να μας περιγράψεις την εμπειρία της πρώτης σου εμφάνισης μπροστά σε κοινό; Ήσουν αρκετά έτοιμη για κάτι τέτοιο τόσο νωρίς, ήταν όλα όπως τα περίμενες;

- Η “πρώτη” μου εμφάνιση μπροστά σε κοινό ήταν στη Γ’ Γυμνασίου, στο προαύλιο του σχολείου μου το 2000. Εκεί με αφορμή τις τραγουδιστικές διαθέσεις που είχαμε στις εκδρομές μας, σκέφτηκα να διοργανώσω μία συναυλία για να γιορτάσουμε το τέλος της σχολικής χρονιάς. Κάλεσα τις συμμαθήτριές μου γύρω μου, τους μοίρασα στίχους, καλέσαμε όλο το σχολείο, καθηγητές, νομάρχες, δημάρχους και όλα τα συναφή και παρέα με τη κιθάρα μου, τραγουδήσαμε για δύο περίπου ώρες τις αγαπημένες μας εφηβικές μελωδίες από Πυξ-Λαξ και Πορτοκάλογλου μέχρι Oasis και Rem. Εκεί μου μπήκε η ιδέα ότι η μουσική ίσως είναι ένα από τα πιο όμορφα χαρίσματα της ζωής.

Η “πρώτη κανονική” συναυλία μου ήταν στη Πάτρα το 2001 μαζί με την μπάντα του αδερφού μου, Serpentine. Φορούσα ακόμα σιδεράκια, έπαιζα ηλεκτρική κιθάρα, σαξόφωνο και έκανα δεύτερα φωνητικά. Είχα πάρει ρεπό από τα φροντιστήρια της Βιολογίας και των Αρχαίων Ελληνικών και το μοναδικό μου άγχος ήταν εάν μου κάθεται σωστά το καινούργιο μου τζίν καπελάκι. Εκείνο το βράδυ, ανακάλυψα τη ροκ πλευρά της μουσικής, με τους δυνατούς ενισχυτές, την απελευθέρωση του μυαλού, την ευτυχία της ψυχικής εκτόνωσης μπροστά σε άγνωστους ανθρώπους, με τους οποίους μας συνέδεε μόνο και μόνο η μουσική. Μαγεία! Άρχισα να ερωτεύομαι. 

Και η “πρώτη δική μου” συναυλία ήταν τον Μάιο του 2006, σ' ένα Φεστιβάλ Τραγουδοποιών, το Burnt Festival στο Μικρό Μουσικό Θέατρο, μαζί με τον κολλητό μου φίλο και ανεκτίμητο συνεργάτη από τότε μέχρι σήμερα, τον Άρη Ζέρβα, όπου με πιάνο και κιθάρα εγώ και με τη συνοδεία του Άρη στο τσέλο, έπαιξα για πρώτη φορά τα δικά μου κομμάτια στο κοινό. Και ναι, εκεί είχα άγχος. Γιατί εξέθετα τη δική μου προσωπικότητα, στο κέντρο της σκηνής, με δική μου ευθύνη καλούσα τη φωνή και το σώμα μου να παρουσιάσουν τις δικές μου ιδέες, ανησυχίες, τα δικά μου λόγια και μελωδίες με τον πιο αυθεντικό τρόπο, χωρίς παρατηρήσεις και υποδείξεις από τρίτους. Γεμάτος ο χώρος, παρά την απεργία των ταξί και την καταρρακτώδη βροχή. Σκέφτηκα πως μπορεί να μην έχω άλλη ευκαιρία να παίξω μπροστά σε τόσο κόσμο. Χαλάρωσα και άρχισα να το απολαμβάνω γεμάτη συγκίνηση που επιτέλους έβγαζα από μέσα μου ό,τι με προβλημάτιζε. "Ι’m not young in my youth", "Οver the hill", "To no avail", στην παρθενική τους εκτέλεση μπροστά σε κοινό, ξεσκέπασαν οριστικά πια το μεγάλο μου πάθος: τη μουσική.

- Ποιοι είναι οι εξωτερικοί παράγοντες που ενδεχομένως θεωρείς εμπόδια στην πορεία σου και πώς τους αντιμετωπίζεις ή σκοπεύεις να τους αντιμετωπίσεις στο μέλλον;

- Το πιο κρίσιμο σημείο αυτής της μουσικής πορείας είναι να εξοικειωθεί κανείς με την ιδέα της έκθεσης. Όπως όταν θα πας να κάνεις ένα περίεργο κούρεμα! Εάν πραγματικά εσύ πιστεύεις ότι σου ταιριάζει, τότε δεν σ’ ενδιαφέρει τι θα πουν οι άλλοι. Εάν όλοι σου λένε “τι τέλειο”, θα προβληματιστείς, καλά όλοι τόσο ωραίο το βρίσκουν; Εάν κάποιοι σου πουν “ωραία ιδέα, αλλά sorry που στο λέω, δε πάει σ' εσένα”, τότε ανάλογα με το χαρακτήρα σου ή θα τσαντιστείς ή δεν θα δώσεις σημασία ή θα τρέξεις πάλι στο κομμωτήριο. Ε, λοιπόν, κάπως έτσι είναι κι εδώ τα πράγματα. Εξαρτάται από την αυτοπεποίθηση και τη δύναμη που έχει ο καθένας να ρισκάρει και να πιστεύει σ’ αυτό που κάνει.

Στη δική μου περίπτωση, επειδή είμαι πολύ αυστηρή με τον εαυτό μου, δεν επιτρέπω τίποτα μέτριο στη δουλειά μου, και αμέσως το απορρίπτω, εάν δε με ικανοποιεί προσωπικά. Εάν όμως κάτι μου αρέσει πραγματικά, ανεξάρτητα απ’ το τι θα πουν οι άλλοι, θα το υποστηρίξω με μεγάλη πίστη και επιμονή. Το "Over the hill" δεν άρεσε στους πρώτους πέντε-έξι ανθρώπους που τους το είχα βάλει να το ακούσουν για να μου πουν τι γνώμη τους. Παρόλο που στεναχωρήθηκα, δεν απογοητεύτηκα, γιατί από μέσα μου έλεγα “καλά, εμένα μ’ αρέσει κι ας λένε βλακείες τούτοι εδώ...”, κι έτσι οι επόμενοι πέντε το αναγνώρισαν.

Στην πορεία επίσης, δεν είναι φυσιολογικό να σου λένε όλοι μπράβο. Η αρνητική κριτική καμιά φορά είναι πιο εποικοδομητική απ’ ότι η θετική, η οποία κρύβει την παγίδα της επανάπαυσης. Αυτό όμως που με πληγώνει πραγματικά, είναι η κριτική που γίνεται με κακία και καχυποψία. Κάποιοι άνθρωποι μπαίνουν στο δρόμο μας για να μας κάνουν να εγκαταλείψουμε. Εγώ το ξέρω πόσο έχω προσπαθήσει για να φτάσω μέχρι εδώ, γνωρίζω τις δυσκολίες και τον κόπο που χρειάζεται για να φτάσω στο σημείο να αναγνωρίζω την τύχη και ευτυχία αυτού που κάνω και με στεναχωρεί πραγματικά όταν κάποιοι επιχειρούν να με εκθέσουν άδικα. Αλλά όλα αυτά είναι μέσα στη ζωή και αυτή ακριβώς είναι η μαγκιά, να καταφέρεις να γλιτώσεις! Επομένως, σημασία έχει να πιστεύουμε στον εαυτό μας και το ένστικτο θα μας δείχνει το σωστό δρόμο.

- Θεωρείς ότι ένας ερμηνευτής πρέπει να έχει κάποιο υπόβαθρο και κάποια έστω καλλιέργεια για να είναι ποιοτικός ή αρκεί μόνο η φωνή του και τα όποια άλλα φυσικά του χαρίσματα;

- Πιστεύω πως το ιδανικό είναι κάπου στη μέση. Σίγουρα χρειάζεται εκπαιδευτικό υπόβαθρο, ώστε να μπορέσει κανείς να αξιοποιήσει τις ιδέες του. Χωρίς αυτό καταλήγεις να σπαταλάς πολύ χρόνο αργότερα, ώστε να μπορέσεις να ακολουθείς κάθε φορά τις απαιτήσεις των ιδεών σου, κάτι που πληρώνω εγώ τα τελευταία χρόνια, μιας και ήμουν πάντα ατίθαση στα ωδεία, λόγω της φοβίας μου μήπως όλες αυτές οι παρτιτούρες καταπνίξουν το ένστικτό μου. Τώρα, φυσικά, καλούμαι να αντιμετωπίζω μεγάλα κενά στις συνθέσεις μου, τις οποίες προσομοιάζω με φωνές και μπακαλίστικες μεθόδους, ώστε να υποδείξω τις ενορχηστρώσεις στους μουσικούς μου. Σίγουρα έχει κι αυτό την πλάκα του, μιας και έτσι έμαθα να χειρίζομαι μέχρι και μια ολόκληρη ορχήστρα με το αυτί, αλλά καλό θα ήταν να είχα υπομείνει λίγα ακόμα χρόνια στο ωδείο.

Ωστόσο, πέρα από το ταλέντο και την εκπαίδευση, παίζει πολύ σημαντικό ρόλο η εξάσκηση και η προσωπική ενασχόληση με τη μουσική. Προσωπικά, μπορεί να σταμάτησα το ωδείο σε νεαρή ηλικία, αλλά συνέχιζα να παίζω δύο και τρεις ώρες κιθάρα, πιάνο και σαξόφωνό καθημερινά, όπως επίσης και να παρακολουθώ πολλές μα πολλές συναυλίες… από κλασικές όπερες με γονείς μέχρι μέταλ βραδιές στα Εξάρχεια, τις οποίες μελετούσα λες και πήγαινα σε σεμινάριο. Όπως και να ‘χει, κλείνοντας, πιστεύω πως η συνταγή λέει 30% τεχνική κατάρτιση, 30% ταλέντο, 20% γνωριμίες και 20% τύχη.

- Είναι κοινή η διαπίστωση ότι στηρίζεσαι στα δικά σου πόδια, αντίθετα με πολλούς άλλους του χώρου σου, και θέλει βέβαια πολλή δύναμη τούτο. Από πού αντλείς εσύ αυτή τη δύναμη;

- Κάποιος είπε ότι η Δημοκρατία στη μουσική είναι ένα μεγάλο ψέμα. Αυτό σημαίνει πως πάντα χρειάζεται να υπάρχει ένας οδηγός σε αυτή τη μηχανή, που για να λειτουργήσει χρειάζεται καύσιμα και ομαδική δουλειά. Μπορεί, λοιπόν, να είμαι αυτόνομη δημιουργικά, αλλά η θετική ενέργεια που εισπράττω από τους γύρω μου είναι αυτό που με κινητοποιεί να εκφραστώ καλλιτεχνικά. Τα χαμόγελα του κόσμου στις συναυλίες, η αγάπη που νιώθω για τους μουσικούς μου, η οικογένεια μου και οι δικοί μου άνθρωποι είναι η κινητήριος δύναμη για να συνεχίσω τη μουσική όσο αυτή με ευχαριστεί και έχω τη δυνατότητα να την υπηρετώ επάξια.

- Ο μεγάλος και κάποιες φορές αθέμιτος ανταγωνισμός που παρατηρείται στο μουσικό χώρο είναι κάτι που σε απασχολεί, σε ανησυχεί ή σε αφήνει αδιάφορη;

- Θεωρώ ότι ο ανταγωνισμός είναι κάτι παραγωγικό που σε εξωθεί σε υψηλότερους στόχους και μεγαλύτερη προσπάθεια. Απ’ την άλλη προσπαθώ να χαράζω το δικό μου δρόμο αποφεύγοντας τις συγκρίσεις, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν παρακολουθώ τα μουσικά δρώμενα γύρω μου και δεν θαυμάζω πολλούς άλλους καλλιτέχνες. Η επιτυχία, ούτως ή άλλως, είναι να καταφέρει κανείς να ξεχωρίσει ανάμεσα σε πολλούς.

- Οι στίχοι των τραγουδιών σου βασίζονται σε προσωπικά σου βιώματα; Μπορείς να μας αναφέρεις κάποιο παράδειγμα;

- Το "Yes I do" γράφτηκε για να το κάνω δώρο σ’ ένα φιλικό ζευγάρι που παντρευόταν στις 27 Δεκεμβρίου του 2009. Είχα πάει Καρπενήσι για Χριστούγεννα και είχα ξεχάσει να τους πάρω δώρο! Ο γάμος γινόταν στην Αθήνα και το χιόνι είχε φτάσει το ένα μέτρο σχεδόν! Σκέφτηκα λοιπόν να τους γράψω ένα τραγούδι! Πήγα και πήρα μια απλή κιθαρίτσα, ηχογράφησα το κομμάτι στο ξενοδοχείο, το έγραψα σ’ ένα cd και το πακετάρισα με τις απαραίτητες κορδελίτσες. Την επόμενη μέρα, εγώ και η κολλητή μου κάναμε περίπου οχτώ με εννέα ώρες να φτάσουμε λόγω της κακοκαιρίας! Μπήκαμε στην εκκλησία με τα μπουφάν του σκι και τις μπότες μας γεμάτες χιόνι, λίγο πριν τελειώσει ο Ησαΐας! Τί χαρά που προλάβαμε έστω και λίγο! Το δώρο μου παραδόθηκε στο πάρτι το βράδυ και τοποθετήθηκε ευλαβικά στη τσάντα της νύφης. Την άλλη μέρα με πήρανε τηλέφωνο και μου είπαν ότι βρίσκονταν στην 57η φορά που το άκουγαν. Ευτυχία...

- Τι κυρίως έχει αλλάξει στη ζωή σου από τη στιγμή που κυκλοφόρησε ο πρώτος σου δίσκος; Και τι πιστεύεις ότι δεν θα αλλάξει ποτέ;

- Δεν έχει αλλάξει τίποτα το σημαντικό πέραν του ότι έχω καθυστερήσει αρκετά το πτυχίο μου, λόγω έλλειψης χρόνου, αλλά έχοντας συλλέξει πανέμορφες εμπειρίες. Έχω γίνει πιο απαιτητική με τον εαυτό μου, πιο υπεύθυνη, έχω γνωρίσει ενδιαφέροντες, πανέξυπνους και εργατικούς ανθρώπους, αλλά και την ελευθερία της εκτόνωσης σαν να είμαι ακόμα παιδί. Τις προάλλες λέγαμε με τα παιδιά απ’ την μπάντα πως κάθε φορά που κάνουμε συναυλία είναι σαν να πηγαίνουμε πενταήμερη!

- Σε ποια πράγματα δίνεις προτεραιότητα κατά τον ελεύθερο χρόνο σου;

- Μ’ αρέσουν πολύ τα ταξίδια. Όταν έχω την ευκαιρία, μπαίνω στο αυτοκίνητο και οδηγάω για ώρες, μέχρι όπου με βγάλει. Το καλοκαίρι, μαζί με τον φίλο μου, φτάσαμε μέχρι Παρίσι! Όταν δεν έχω αυτή τη δυνατότητα, απλά παίρνω το ποδήλατο και βολτάρω στο κέντρο. Τα πρωινά διαβάζω μαθηματικά και ιταλικά και τα βράδια απολαμβάνω να ξεχνιέμαι μέσα από τον κινηματογράφο.

- Πιστεύεις ότι ο καλλιτέχνης πρέπει να έχει άποψη και να την εκφράζει για όσα συμβαίνουν γύρω του;

- Ο καθένας μας πρέπει να είναι ενεργός πολίτης και να υποστηρίζει τις απόψεις του, πόσο μάλλον όταν κάποιος εκτίθεται σε τόσο κόσμο και κουβαλάει μία επιπλέον ευθύνη επιρροής. Σημασία έχει να γίνεται με αυθεντικό τρόπο και όχι επιδεικτικά με σκοπό την αυτοπροβολή.

- Πώς κρίνεις το ρόλο των ΜΜΕ και κυρίως της τηλεόρασης στη διαμόρφωση της ελληνικής μουσικής πραγματικότητας;

- Πιστεύω ότι η τάση του εφήμερου ανέκαθεν ήταν αρνητική. Στην τηλεόραση παρατηρείται όλο και πιο έντονα αυτή η τάση, δημιουργώντας έτσι πολλές λανθασμένες εντυπώσεις όσον αφορά την επιτυχία και την πραγματική απόλαυση που μπορεί αυτή να σου χαρίσει. Εννοώ πως με τόσα πολλά ριάλιτι και την έλλειψη αξιόλογων ψυχαγωγικών και εκπαιδευτικών προγραμμάτων, δίνεται η εντύπωση πως η αναγνωρισιμότητα είναι το παν, κάτι το οποίο κερδίζεται απλούστατα μέσα από μια οντισιόν. Παραγκωνίζεται έτσι ο αγώνας, οι δυσκολίες και οι χαρές, όλες οι εμπειρίες και το καλλιτεχνικό υπόστρωμα που οδηγεί κάποιον στην παραγωγική έκφραση και τη γνώση να μπορέσει να χειριστεί με σύνεση μια πιθανή επιτυχία. 

Λυπάμαι πολύ που η τηλεόραση παρέχει όλο και λιγότερα ερεθίσματα για μάθηση και ψυχαγωγία, σε αντίθεση με τη δεκαετία του 90’, που για 'μένα ήταν η πιο πλούσια πηγή για να χτίζω τα όνειρά μου μέσα από ταινίες, ντοκιμαντέρ, παιχνίδια χωρίς σύνορα και "Απαράδεκτους". Απλά, μου φαίνεται αδιανόητο πως η τηλεόραση ξαφνικά έγινε ο υπέρτατος κριτής της αξίας του καθενός και αρνούμαι να την επισκέπτομαι παρά μόνο όταν το επίπεδο της εκπομπής σέβεται το έργο μου και όχι τους αριθμούς που πουλάω. Στη διαμόρφωση της μουσικής, πιστεύω δεν την επηρεάζει τόσο, μιας και το ιντερνέτ έχει μπει πολύ δυναμικά στο παιχνίδι και σιγά-σιγά θα επισκιάσει πλήρως τις όποιες παρασπονδίες της καταρρέουσας τηλεόρασης.

- Πέρα από την οικονομική κρίση, ποιο κατά τη γνώμη σου είναι σήμερα το μεγαλύτερο πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας;

- Η σημερινή κατάσταση είναι απόρροια πολλών δεκαετιών και γι’ αυτό, αν θέλετε, το βλέπω αισιόδοξα, μιας και η ιστορία της ανθρωπότητας είναι γεμάτη από κρίσεις. Ένας λαός σαν τον ελληνικό, με την τρέλα του και το πείσμα του, πιστεύω πως πάντα θα τα καταφέρνει, αργά ή γρήγορα. Το πρόβλημα που έχουμε είναι στην οργάνωση και την επιμέλεια, αλλά εάν συγκεντρωθούμε λίγο, όλα λύνονται. Σημασία έχει να μείνουμε ενωμένοι και να μην επιτρέψουμε τη διαφθορά από τρίτους.

-Τι θα έλεγες ότι σε κουράζει ή σε εκνευρίζει, αλλά και τι σου αρέσει και σε ευχαριστεί στη συμπεριφορά των άλλων;

Μ’ εκνευρίζει η αχαριστία και με κουράζει η απραξία. Μου αρέσει να βλέπω χαμογελαστούς ανθρώπους που έχουν πάντα μια ιστορία να σου πουν. Έχει πλάκα που εάν μιλήσω με κάποιον πάνω από δέκα λεπτά, πάντα θα βρούμε έναν κοινό γνωστό και μ’ ευχαριστεί όταν συναντώ αισιόδοξους νέους με όρεξη για δημιουργία.

- Ποιες είναι οι πιο ωραίες και οι πιο άσχημες αναμνήσεις σου από το σχολείο;

- Μπορεί να ακούγεται περίεργο, αλλά μου άρεσε πάρα πολύ το σχολείο. Ειδικά στο Λύκειο που είχα πολύ καλή παρέα και ζούσαμε μέρα με τη μέρα τη μικρογραφία μιας κοινωνίας γεμάτης κούραση, δυσκολίες, γέλια, έρωτες και φιλοδοξίες, λες και κάναμε πρόβα τζενεράλε για το μέλλον. Οι πιο ωραίες μου αναμνήσεις είναι οι συζητήσεις την ώρα των κειμένων, όπου ψάχναμε τη σημασία των λέξεων στα ποιήματα, και οι μονοήμερες εκδρομές… Πηγαίναμε με τα πόδια σ ‘ένα δάσος λίγα χιλιόμετρα έξω από το Καρπενήσι. Εγώ με την παρέα μου κάναμε "παράνομα" μια μικρή παράκαμψη απ’ το σπίτι μου, για να πάρουμε τις ρακέτες του τένις ή την κιθάρα και αφού λιώναμε στο παιχνίδι και το τραγούδι, καταλήγαμε να λιαζόμαστε δίπλα στο ποτάμι, πάνω σε πεσμένους κορμούς δέντρων, συζητώντας για τις πανελλήνιες, τα αισθήματα, τις ανησυχίες μας, το μέλλον μας. Το χειρότερο νομίζω ήταν το πρωινό ξύπνημα. Πώς ξυπνάγαμε, βρε παιδιά, στις 7 κάθε πρωί;

- Θα σε παρακαλούσαμε τέλος να μας πεις ποιοι είναι οι σημαντικότεροι στόχοι σου και από τι κυρίως θα εξαρτηθεί η πραγματοποίησή τους.

- Οι στόχοι μου δεν φτάνουν παρά μόνο μέχρι το καλοκαίρι, όπου θέλω να δώσω μια σειρά από επιτυχημένα λάιβ αλλά και να περάσω τουλάχιστον δύο μαθηματάκια στην εξεταστική Ιουνίου. Από 'κει και πέρα, να είμαστε καλά και να συνεχίσει η ζωή να μας εμπνέει!

- Σ' ευχαριστούμε, Μόνικα, για τη χαρά αυτής της υπέροχης συνέντευξης και σου ευχόμαστε μέσα απ' την καρδιά μας κάθε επιτυχία στις επόμενες συναυλίες, όπως βέβαια και στις εξετάσεις του Ιουνίου. Και πολλούς καινούργιους δίσκους…

- Θα ήθελα κι εγώ να σας ευχαριστήσω, αλλά και να σας συγχαρώ για την πραγματικά σπουδαία δουλειά που κάνετε μέσα από την "Παρρησία" σας. Θα παρακολουθώ στο εξής την όμορφη πορεία σας και θα σας διαβάζω με μεγάλο ενδιαφέρον. Πολλά φιλιά!


[Τεύχος 16, Μάιος 2011]

Πέμπτη, 2 Ιουνίου 2011

ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΗ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΥ ΣΤΗΝ "ΠΑΡΡΗΣΙΑ"

"Μελαγχολώ όταν δεν μ' αγαπάνε"


Στη συνέντευξη:
Κατερίνα Μαχαίρα, Μαρία Πριόνα, Δημήτρης Μπαρσάκης (συντονιστής)

ΜΑΚΑΡΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΚΑΤΑΦΕΡΕ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΝΑ ΤΟ ΚΑΤΑΦΕΡΝΑΝ ΚΑΙ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ

- Ποια είναι κατά τη γνώμη σας, κύριε Σαββόπουλε, τα σημαντικότερα θετικά και αρνητικά χαρακτηριστικά της ελληνικής μουσικής σκηνής και σε ποιο βαθμό επηρέασαν την πορεία σας;

-Είχαμε σπουδαίους Μικρασιάτες μουσικούς των άρχων του 20ου αιώνα, σαν τον Τούντα, τον Περιστέρη, τον Παπάζογλου και μετά τους μεγάλους του Ρεμπέτικου, τον Τσιτσάνη, τον Βαμβακάρη, τον Παπαϊωάννου κλπ. Εν συνεχεία τον Χατζιδάκι και τον Θεοδωράκη. Τόσοι σπουδαίοι δημιουργοί επί ενενήντα χρόνια τώρα πέτυχαν με τη μουσική τους, ένα κράμα Ανατολής και Δύσης που οι ψυχές μας το χρειάζονταν. Γιατί οι Έλληνες, λόγω γεωγραφικής θέσεως, είμαστε ανατολίτες, αλλά είμαστε και δυτικοί. Έχουμε την ανοιχτοσύνη και το αίσθημα της Ανατολής, αλλά χρειαζόμαστε και την οργάνωση και τον μοντερνισμό της Δύσης. Πώς παντρεύονται αυτά τα δύο διαφορετικά πράγματα; Όσο μένουνε χώρια, η ψυχή μας υποφέρει διότι η Δύση και η Ανατολή είναι δύο διαφορετικά κομμάτια της ψυχής μας. Ο Τσιτσάνης κατάφερε και τα πάντρεψε με τη μουσική του. Όπως πριν απ’ αυτόν και οι συνθέτες του Σμυρναίικου, όπως μετά ο Χατζιδάκις και ο Θεοδωράκης. Μακάρι αυτό που κατάφερε το ελληνικό τραγούδι να το κατάφερναν και οι Έλληνες πολιτικοί και να μη φέρνανε έτοιμες τις συνταγές απ’ το εξωτερικό. Γι’ αυτό ο εκσυγχρονισμός τους αποτυγχάνει μονίμως. Επειδή δεν ριζώνει. Γι’ αυτό ταλαιπωρούμαστε. Βέβαια, η θριαμβευτική πορεία του ελληνικού τραγουδιού είχε όσο να ‘ναι και κάποιες παρενέργειες: βεντετισμούς, σταριλίκια, νάζια. Όλοι λίγο πολύ υποπέσαμε σε τέτοια ολισθήματα στα νιάτα μας, αλλά τελικά το συμπέρασμα είναι ένα: δεν τραγουδάμε για να κάνουμε σουξέ, τραγουδάμε για να γίνουμε άνθρωποι.

ΟΤΑΝ ΞΕΦΕΥΓΑ ΑΠΟ ΤΑ "ΚΟΥΤΑΚΙΑ" ΤΟΥΣ, ΜΕ ΛΑΣΠΟΛΟΓΟΥΣΑΝ ΚΑΙ ΜΕ ΚΑΤΑΣΤΕΝΑΧΩΡΟΥΣΑΝ

- Είστε αναμφίβολα ένας από τους πιο επιτυχημένους και καταξιωμένους δημιουργούς μας και πιστεύουμε πως θα συμφωνήσετε ότι τίποτε στη ζωή δεν χαρίζεται, ότι το κάθε τι έχει το κόστος του, όπως βέβαια και η επιτυχία. Θα μπορούσατε να μας πείτε ποιο ήταν το κόστος της επιτυχίας για εσάς;

- Τραγουδούσα όπως αισθανόμουν και όπως σκεπτόμουν, ανεξάρτητα απ’ το όποιο προσωπικό κόστος, όχι επειδή είμαι τάχα ανώτερος, αλλά επειδή δεν μπορώ να κάνω αλλιώς τη δουλειά μου. Όταν θέλω να πω ή να τραγουδήσω κάτι, δεν μπορώ να σκεφτώ εκείνη τη στιγμή πώς θα το πάρει ο ένας ή ο άλλος. Με παίρνει στο λαιμό της η έμπνευση της στιγμής. Σαράντα έξι χρόνια, παρ’ όλα μου τα ελαττώματα ήρθα σε σύγκρουση όταν χρειάστηκε, όχι μόνο με τη Χούντα αλλά και με τις λογοκρισίες των κομματικών γραφείων και με περισπούδαστους δημοσιογράφους, που όταν ξέφευγα απ’ τα «κουτάκια» τους, με λασπολογούσαν και με καταστεναχωρούσαν. Εν τέλει ακόμη και με το αγαπημένο μου κοινό ήρθα μερικές φορές σε αντίθεση, αλλά δεν τραγουδώ για να κάνω τα χατίρια του κοινού, αλλά για να πω αυτό που αισθάνομαι. Για ‘μενα έτσι πρέπει να ‘ναι ο τραγουδοποιός. Ο Ντύλαν έλεγε τις προάλλες ότι «καλλιτέχνης που δεν τον προγκάρανε, δεν αξίζει τίποτα».


Ο,ΤΙ ΕΠΕΛΕΞΑ ΑΠΟΔΕΙΧΘΗΚΕ ΣΩΣΤΟ ΚΑΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟ

- Έχετε ποτέ σκεφτεί ότι κάποια ή κάποιες επιλογές σας μπορεί να μην ήταν σωστές ή έστω να μην ήταν οι καλύτερες δυνατές, έτσι που να μετανιώσατε αργότερα γι' αυτές;

- Στην τέχνη μου δεν έκανα ποτέ καμιά υποχώρηση και νιώθω μεγάλη ικανοποίηση γι’ αυτό. Ό,τι επέλεξα αποδείχθηκε σωστό και δημιουργικό. Αλλά σαν άνθρωπος έχω κι εγώ πολλές αδυναμίες. Είμαι τεμπέλης, παρορμητικός, θυμώνω εύκολα, αν και λιγότερο πια. Επίσης, αν και μεγάλωσα, έχω ανάγκη να μ’ αγαπάνε. Μελαγχολώ όταν δε μ’ αγαπάνε.

ΕΙΝΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΑΝΑΠΗΡΙΑ ΟΙ ΤΣΑΚΩΜΟΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΓΙΑΤΡΕΥΟΝΤΑΙ

- Όλοι μάλλον οι άνθρωποι έχουμε κάποιες εκκρεμότητες στη ζωή μας, κάθε λογής "χρέη", ανολοκλήρωτες προσπάθειες, παραμελημένες υποσχέσεις, ανεκπλήρωτα όνειρα… Ποιες θα λέγατε ότι είναι οι δικές σας εκκρεμότητες;

- Μερικές φορές στη ζωή μου τσακώθηκα με αγαπημένα μου πρόσωπα και δεν ξαναμιλήσαμε, γιατί άλλες φορές περίσσευε ο δικός μου εγωισμός και άλλες του άλλου. Το νιώθω σαν εκκρεμότητα που με ταράζει ακόμα και στα όνειρά μου. Είναι μεγάλη αναπηρία οι τσακωμοί που δεν γιατρεύονται. Ακόμα κι ο τσακωμός μ’ έναν ταξιτζή που δεν θα τον ξαναδείς, σου χαλάει όλη τη μέρα. Εσείς που είστε νέοι προσέξτε το: κάθε φορά που τσακωνόμαστε κλείνει ένας πόρος της καρδιάς μας και μετά από τους χιλιάδες καυγάδες μιας ζωής η καρδιά μπορεί να στουμπώσει, να σκληρύνει και να γίνει γκρίζα η ζωή. Δε λέω να μη τσακώνεστε, δε λέω να υποχωρείτε, λέω να μπορείτε τη συγγνώμη και τη συγχώρεση.


Ο ΟΝΕΙΡΟΠΑΡΜΕΝΟΣ ΠΟΛΥ ΛΙΓΟ ΑΠΕΧΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΔΙΕΦΘΑΡΜΕΝΟ

- Από τι πιστεύετε ότι απειλείται περισσότερο ο ελληνικός πολιτισμός σήμερα και πώς νομίζετε ότι θα μπορούσε ή θα όφειλε να αμυνθεί η νέα γενιά σε τούτη την απειλή;

- Περισσότερο κι απ’ τα αντικειμενικά οικονομικού τύπου προβλήματά μας, φοβάμαι ότι κινδυνεύουμε απ’ τις αυταπάτες και τις μεγαλομανίες μας. Μόλις έγραψαν οι εφημερίδες ότι πιθανόν να υπάρχουνε πετρέλαια στο Αιγαίο, ξεσπαθώσαμε εναντίον των Τούρκων και των «μεγάλων συμφερόντων» που δεσμεύουν το πετρέλαιο μας, ενώ δεν ξέρουμε καλά-καλά αν υπάρχει και πόσο είναι. Κατά σύμπτωση εκείνες τις μέρες διάβασα σε κάτι στατιστικές ότι είμαστε πρώτοι σε κοιτάσματα βωξίτη, δεύτεροι στον κόσμο στην παραγωγή κρόκου και για διάφορα άλλα πράγματα που τα ‘χουμε μπόλικα αλλά δεν τα αξιοποιούμε. Φυσικά μ’ αυτά τα πράγματα δεν γίνεσαι Σεΐχης, γίνεσαι όμως νοικοκυρεμένος άνθρωπος και νοικοκυρεμένη χώρα, αλλά αυτή τη δυνατότητα την παρατάμε και κυνηγάμε όνειρα. Οι ονειροπαρμένοι τύποι δοξάστηκαν υπερβολικά στην Ελλάδα τα τελευταία τριάντα χρόνια, αλλά δεν είναι καθόλου τιμητικό να είσαι ένας ονειροπαρμένος που χάσκει. Ο ονειροπαρμένος πολύ λίγο απέχει από τον διεφθαρμένο. Γιατί το «θέλω» χωρίς το «πρέπει» και το «μπορώ», μπορεί να είναι καταστροφικό. Μας χρειάζονται απλές και καθαρές σκέψεις. Βάλτε το καλά στο μυαλό σας, αγαπημένα μου παιδιά. Μας χρειάζεται κοινός νους.

- Σας ευχαριστούμε θερμά, κύριε Σαββόπουλε, για τη μεγάλη τιμή που μας κάνατε με την παραχώρηση μιας τόσο σημαντικής συνέντευξης.

- Να ‘στε πάντα καλά, να ακολουθείτε το δρόμο της καρδιάς σας και να προσεύχεστε μη χαθείτε. Σας εύχομαι Άνοιξη για πάντα.

[Τεύχος 16, Μάιος 2011]